V. Ατενίζοντας μέσα σ’ έναν καθρέφτη μη-πραγματικό.


Οι κόρες επιστρέφουν με την αυτόματη συστολή τους στην κανονική τους διάμετρο. Η μέχρι πριν λίγο εναέρια αίσθηση μου αντικαταστάθηκε απότομα αφού τα πέλματα μου αγκύλωσαν ξανά την τριβή με το πάτημα τους. Επιστρέφω στον άνθρωπο τον έμφρων. Χρειάστηκε να καταπιώ όλο μου το αίμα, για να το κρατήσω με κάποιο τρόπο μέσα μου, προκείμενου να το συνειδητοποιήσω αυτό. Οι σκέψεις μου για να προλάβω το τελευταίο φως της ημέρας δεν υπάρχουν πια. Χωρίς αστραφτερό βλέμμα και με άκρα λυτά φέρνω την μορφή μου μπροστά στον καθρέφτη, που είναι θολωμένος απ’ τους ατμούς.

Αναμφίβολα, με τρόπους σαν κι αυτόν πυροδοτούνται οι πόλεμοι εξαιτίας της ανίας. Προσπαθώ να φανταστώ τον ήχο της φωνής μου, εάν δεν είχα μία ή εάν δεν μπορούσα να ακούσω αυτήν που ήδη διαθέτω. Το αποτέλεσμα με θλίβει. Παλινδρομώ, από άναρθρες κραυγές και αναμοχλεύσεις γρυλισμάτων σαρκοβόρου ζώου, που επιτίθεται άτσαλα με το βίαιο ένστικτο του σε έξαρση, σε συριχτούς μακρόσυρτους ήχους υποθαλάσσιων φαλαινόπτερων, που ποθούν τραγουδιστά να ζευγαρώσουν και πάλι ξανά από μικροσκοπικές εκρήξεις οργασμών πεταλούδας σε -σχεδόν άηχες- οδύνες γέννας αρσενικού ιππόκαμπου. Δεν είμαι ικανή για καμμία άρθρωση εκτός από αυτήν που ήδη διαθέτω.

Συμμαζεύω τα δάχτυλα μου τείνοντας τα μαζί ως προέκταση της παλάμης μου. Περνάω με αυτά την επιφάνεια του καθρέφτη και η επιδερμίδα μου λερώνεται με γκρίζα νωπή, ψιλή σαν πούδρα σκόνη. Συνεχίζω άτσαλα μέχρι το είδωλο του προσώπου μου να χωρέσει ολόκληρο στον αντικατοπτρισμό του. Τα μάτια μου κοιτάζουν τα μάτια μου, ακαριαία. Κατεβάζω το κεφάλι για ν’ απομακρύνω την αίσθηση. Κάνω ένα νεύμα στον εαυτό μου και ξανακοιτώ αποφασιστικά. Το χρώμα των ματιών μου κυλάει φωλιάζοντας κάτω από τις σακούλες του χρόνου που έχω ξενυχτήσει, παγιδεύεται σε νανορυτίδες, πριν τις πλημμυρίσει και διαφύγει ανεξέλεγκτο. Κάνω με τα δάχτυλα μου να το σταματήσω, τα καταφέρνω μα μουντζουρώνομαι ακόμη πιο πολύ απ’ την υγρή κάπνα του τώρα κάπως καθαρού καθρέφτη. Η μουντζούρα μεταλλάσσεται και κηλιδώνει επεκτατικά το υπόλοιπο του προσώπου μου κάνοντας με να μοιάζω πασαλειμμένη με στάχτη. Βήχω και φτύνω το ίδιο αυτό σκουρόγκριζο υλικό.

-«Θα κάνω αυτήν την μουντζούρα που ονομάζω πρόσωπο κάτι που να μπορείς να το κατανοήσεις, κάτι οικείο σου. Ακόμη καλύτερα, κάτι που ο οποιοσδήποτε μπορεί να αγαπήσει».

Το τέλος της δύσης πλησιάζει και πίσω από τα κατεβασμένα στόρια σαν χρυσαλίδα ερμητικά κλεισμένη στο κουκούλι της η Άnnα αυτό-μεταμορφώνεται. Οι κεραίες των τηλεοράσεων ταλαντώνονται από το ελαφρύ αεράκι κάνοντας τους εαυτούς τους να μοιάζουν γελοίες σαν γυμνά κιτς σκιάχτρα.











































«Βααżєıς·Ta·×эєяıα·бøч·Щпроςтαα·&·Τa·фĿaςh·__________________________________________
________________________________________________________Ґıα·Иα·Mн·∆єіς·_____________
__________________________________________________________________________________
___Øøxı·___________∆эи·Эii§a¡·Єбчч·Ø·Зαчтŏŏς·_______________Џøů·фоßααςαі·____________
_________Иα·Αитıĸяіібэıς»._______________________________________________



Related Posts

{{posts[0].title}}

{{posts[0].date}} {{posts[0].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[1].title}}

{{posts[1].date}} {{posts[1].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[2].title}}

{{posts[2].date}} {{posts[2].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[3].title}}

{{posts[3].date}} {{posts[3].commentsNum}} {{messages_comments}}