Είμαι καθαρή σαν έντομο που βουτήχτηκε στην χλωρίνη και ξάσπρισαν τα σωθικά του, όμως λίγο πριν αποπνεύσει κατάφερε να ξεπεράσει το οξύ σοκ της κάθαρσης και να περπατήσει ξανά. Τα μαλλιά μου έχουν φυτρώσει ξανά. Μου αρέσει η εποχή που τα μαλλιά μου μεγαλώνουν. Όχι δεν δείχνω πιο όμορφη με αυτά, απλώς διαφορετική. Δεν ξέρω τι μου πάει πιο πολύ, πάντως υπήρξε μια εποχή που αρνήθηκα το εξάμηνο της τριχοφυΐας και συνέχισα να ξυρίζω το κεφάλι μου ως το τέλος της εποχής. Μόλις μπήκε το επόμενο εξάμηνο ησύχασα από αυτό το μπελά. Δεν ξέρω τι διάολο φρίκη με είχε πιάσει τότε ή μάλλον υποψιάζομαι αμυδρά. Ήταν το προηγούμενο έτος κατά το οποίο υπήρξα ανένδοτα ερωτευμένη και ανεκπλήρωτα δοσμένη ολοκληρωτικά. Τα μαλλιά μου, που έτσι κι αλλιώς φύονται με τρομερό ρυθμό, είχαν ήδη φτάσει να σκεπάζουν τα στήθη μου και να τα διαγράφουν με μαύρες, ξανθές και κόκκινες τρίχινες κορδέλες. Εκείνος λάτρευε αυτήν μου την εικόνα, την αίσθηση που τον περιέβαλε σαν ισχυρό μαγνητικό πεδίο κάθε φορά που με έβλεπε ξαπλωμένη και γυμνή. Εισερχόταν στις δυναμικές γραμμές της έλξης μου -από ένα σημείο και μετά παρά την θέληση του- και συχνά με ατένιζε αποσβολωμένος. Δεν έφταιγα όμως εγώ για αυτό, σίγουρα το φταίξιμο αυτό δεν ήταν δικό μου. Τώρα μετά από αρκετό καιρό πιστεύω πως θα τα ξαναμακρύνω.
Οι δρόμοι έξω απομακρύνονται γαλάζια γυαλιστεροί κάτω από τις ρόδες των ασθενοφόρων. Τώρα αρχίζει η βροχή. Σαν ειρωνεία, χοντρές ροχάλες πηχτού υγρού προσγειώνονται με παφλασμούς στην τέντα μου. Σχεδόν έχει πλάκα. Κάτω από την κάσα της πόρτας του μπάνιου εγώ κολλάω κοιτώντας έξω από το παράθυρο, για λίγο μόνο. Όλες μου οι πετσέτες είναι άπλυτες. Ανοίγω το συρτάρι και τυλίγομαι με ένα διπλό λευκό σεντόνι. Νιώθω το βαμβακερό ύφασμα να απορροφάει την υγρασία από τους πόρους μου. Ανακουφίζομαι. Οι συριγμοί από το πέρασμα των φορτηγών αφήνουν για λίγο τα σημάδια τους στην άκρη του έξω ακουστικού μου πόρου.
Δεν μπορώ να ακούσω τίποτα άλλο απ’ το πιο φανταστικό κομμάτι που δεν έχει γραφτεί ακόμη. Το τραγούδι της φάλαινας που προσπαθεί να επικοινωνήσει με ένα μεταλλικό τσέλο. Εκείνος θα το ονόμαζε Feliceteria, η απροσδόκητα ερχόμενη στιγμή της ευτυχίας που θα διαρκούσε παντοτινά. Πίστευε πως αυτό θα ήταν το τέλειο κομμάτι. Ήθελε να το φτιάξει μόνος του. Δεν ξέρω εάν ακόμη ισχύει κάτι από αυτά.
Τις περισσότερες φορές έμενα αναπαλλόμενη για αρκετή ώρα μπροστά στις μεγαλειώδεις παραληρηματικές ονειρώξεις εκείνου του μυαλού, σαν να είχα μπροστά μου την πρώτη ύλη της ιδέας που οδήγησε στην εφεύρεση του σημείου στίξης της ερώτησης, του ερωτηματικού <(?)>.
Συνήθιζε στις μεγαλομανιακές και συγχρόνως τόσο αδυναμία εκρήξεις του να φωνάζει και να ψιθυρίζει:-«Ξέρεις πόσα άψογα έχω φτιάξει με το νου μου λίγο πριν κοιμηθώ; Το κορμί μου είναι ολόκληρο κάτω από την επιφάνεια του ύπνου και την στιγμή που η άκρη της μύτης μου, η τελευταία σπιθαμή της Ύπαρξης μου είναι να βυθιστεί, τότε εκείνη την παραμικρή στιγμούλα που μοιάζει να επιμηκύνεται, περνούν από μέσα μου αριστουργήματα, μα είναι ήδη πολύ αργά για μένα να σηκωθώ. Έχω ήδη κοιμηθεί.
Κι αν καμμιά φορά τα καταφέρω και σηκωθώ, εξασφαλίζοντας στον εαυτό μου μιαν ακόμη νύχτα αϋπνίας, είναι πάντοτε μια αποτυχία, δεν μπορώ να αποδώσω την αίσθηση ούτε καν στο ελάχιστο της. Στην καλύτερη, κάνω μουντζούρες στα χαρτιά με τον ρυθμό της μουσικής που αμυδρά επαναλαμβάνεται σε μια γωνία του κεφαλιού μου ή γράφω λέξεις σκόρπιες δίχως νόημα, αποκομμένες από την τελειότητα της σύνθεσης τους, που καλούμαι στην συνέχεια να βρω συνειδητά. Όλα τότε είναι τόσο βαθιά και άπιαστα που περισσότερο μοιάζει να τα φαντάζομαι, παρά να τα ακούω όπως πριν».
Ποτέ μου δεν του είπα: «Σ’ αγαπώ -έτσι όπως είσαι- αν είσαι τέλειος μόνο». πάντοτε απαντούσα σταθερά παίρνοντας τον στην αγκαλιά μου: «Τουλάχιστον η μουσική είναι γραμμένη στον κώδικα της μουντζούρας, έχει κάπου καταγράφει, το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να σπάσουμε αυτόν τον κώδικα, όπως και το μοτίβο της σύνθεσης των λέξεων φαντάζομαι -είμαι σχεδόν σίγουρη- πως είναι όμοιο σε κάθε περίπτωση. Μόνο αυτά τα δυο πραγματάκια πρέπει να βρούμε. Τίποτα άλλο».
Δείλιαζε για λίγο πριν βουλιάξει πιο πολύ στα στήθη μου κρυμμένος και μέναμε για αρκετή ώρα έτσι και οι δυο σταματημένοι, παράλυτοι κάτω από το βάρος της ανικανότητας και της αποτυχίας μας.
Μπροστά στην μπαλκονόπορτα, στο δωμάτιο εισέρχεται κόκκινο. Κόκκινο φανάρι, κόκκινα φρεναρίσματα και ένα ανοιχτό στόμα με ολοπόρφυρα χείλη που χαμογελάει. Νύχτωσε για τα καλά και η ειρωνεία της βροχής απτόητη.
Τα σκουπιδιάρικα καιροφυλακτούν, οι στιγμές εμφάνισης τους δεν έχουν περιβάλλον που να εξασφαλίζει σταθερότητα και έτσι οι ευκαιρίες για νέους ενθουσιασμούς παραμένουν ανοιχτές. Εξάλλου το στυλ κάθε καινούριας διακόρευσης είναι διαφορετικό. Οι κάδοι αναπαύονται ήσυχοι, σαν εφήμερα στενά νεκροταφεία, τα πλευρά τους είναι παραγεμισμένα με ξινισμένες φλούδες πορτοκαλιού, που ξεχειλώνουν την χωρητικότητα της τσίγκινης κατασκευής στην οποία έχουν αφεθεί. Η μυρωδιά τους κάνει τις μπλούζες μου να παλιώνουν και να κομπιάζουν όπως άλλοτε το γέλιο σου με έκανε να φτερνίζομαι.
Τώρα ο θόρυβος δεν είναι καθόλου διακριτικός και τα πορτοκαλίζον καρούμπαλα, στριφογυρνώντας με αναίδεια, υποδεικνύουν την πράξη που μοιραία θα ακολουθήσει. Οι κάδοι ψωνίζονται -δεν μπορώ να καταλήξω αν είναι το πρόσωπο τους ή το φύλο τους- ως έρμαια υπομένουν, υπό την πίεση των μηχανικών βραχιόνων που προσάπτονται πάνω τους και στην συνέχεια τους ανασηκώνουν, χτυπώντας τους με επαναλαμβανόμενη βία, εωσότου απολέσουν το βδελυρό, βρεγμένο πια περιεχόμενο τους. Αποστρέφω το βλέμμα μου. Σε λίγο ο θόρυβος απομακρύνεται στα σημεία που δεν μπορεί να με φτάσει για να μπορώ να ξέρω αυτό που συμβαίνει. Νιώθω ευγνώμων, δεν θα μπορούσα να ακούσω στιγμή παραπάνω αυτή την απαισιότητα του πιο άτσαλου πρόχειρου ρέκβιεμ που υπάρχει.
Οι αδέσποτοι τώρα ορμάνε για τα περισσεύματα, την πιο ευτελή μορφή των πτωμάτων, που δεν θα καταφέρει να βρει μια αξιοπρεπή ταφή αλλά μόνο την ικανοποίηση ενός βιολογικού κύκλου ανακύκλωσης. -«Θέλω να γλύψω το πρόσωπο σου σαν σκυλί», συμπλήρωσες.
Φέρνω την μορφή σου αλλοιωμένη στο μυαλό μου, πίσω από ένα τζάμι καπνίζεις. Η μάζα του ΚόCμοΥ γελάει δυνατά, χειρονομεί μεγαλεπήβολα, αφοδεύει ολόγυρα σου και συ δεν δείχνεις να δυσανασχετείς, δεν δίνεις καν σημασία. Το βλέμμα σου δεν είναι εδώ. Προσπαθώ να εντοπίσω αυτό που έχει τραβήξει την προσοχή σου. Χτυπάς την γλώσσα σου στον ουρανίσκο, μια πράσινη φαρδιά κορδέλα φαίνεται να κρέμεται από το στόμα σου και αμέσως υποχωρεί σαν να είναι η δεύτερη διχαλωτή σου γλώσσα. Υποψιάζομαι την προέλευση του Δώρου.
…~Fλάshνo2~…
«Ξέρω πως κάπου αλλού υπάρχει ένα καλύτερο μέρος./Εδώ με εγκλωβίσανε οι νύχτες και οι τεχνητές τους φλόγες/και όσα στερούμαι μες στην θολή τους ζάλη/ή τα βαφτίζω δικά μου ή τα καταδικάζω στο ψέμα/σε σένα να τα δώσω όλα δίχως φόβο/μήπως κάποια στιγμή εξαφανιστούν και δεν προλάβω./Ελπίζω όλα όσα επιθυμώ να είναι αληθινά κάπου εκεί./Γιατί εδώ για σένα/έχω σκοτώσει όλους τους ΚόCμοΥς./Μέσα μου ένα λεπίδι ακονισμένο/ξυρίζει κάτω απ’ την επιφάνεια/όποια σπιθαμή αφύλαχτης σάρκας δεν προσέξει αρκετά/ώστε να φανταστεί/πως ο πόνος είναι τόσο αληθινός ώστε να υπάρχει./Ο ουρανός φυτρώνει ολοπόρφυρες κορδέλες και γω πρέπει να σου εξηγώ/καθώς πλησιάζει όλο και πιο κοντά, όπως ίδιος παγωμένος εφιάλτης/να με ξυπνήσει, σαν άλλος εαυτός/το πιο αξιολύπητο μου δημιούργημα./Αυτό δεν συμβαίνει τώρα./Τώρα εγώ δεν είμαι εδώ./Είμαι κάπου αλλού καλυτέρα και πιο όμορφα./Αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα».
_______________________________«Μερικές φορές, εικόνες σαν και αυτήν σώζουν το μυαλό μου από την τρέλλα./Tα δάκρυα ανεβαίνουν στις άκρες των βλεφάρων μου τόσο ώστε να μην κυλήσουν./Εκτονώνοντας για λίγο, καθυστερώντας μάταια, τον αναπόφευκτο ερχομό τους./Τελευταία η περιοδικότητα των βροχοπτώσεων μοιάζει να αυξάνεται./Ο ουρανός προσπαθεί το ίδιο να γλιτώσει»._________________________________________________________________________
Τα σκουπιδιάρικα καιροφυλακτούν, οι στιγμές εμφάνισης τους δεν έχουν περιβάλλον που να εξασφαλίζει σταθερότητα και έτσι οι ευκαιρίες για νέους ενθουσιασμούς παραμένουν ανοιχτές. Εξάλλου το στυλ κάθε καινούριας διακόρευσης είναι διαφορετικό. Οι κάδοι αναπαύονται ήσυχοι, σαν εφήμερα στενά νεκροταφεία, τα πλευρά τους είναι παραγεμισμένα με ξινισμένες φλούδες πορτοκαλιού, που ξεχειλώνουν την χωρητικότητα της τσίγκινης κατασκευής στην οποία έχουν αφεθεί. Η μυρωδιά τους κάνει τις μπλούζες μου να παλιώνουν και να κομπιάζουν όπως άλλοτε το γέλιο σου με έκανε να φτερνίζομαι.
Τώρα ο θόρυβος δεν είναι καθόλου διακριτικός και τα πορτοκαλίζον καρούμπαλα, στριφογυρνώντας με αναίδεια, υποδεικνύουν την πράξη που μοιραία θα ακολουθήσει. Οι κάδοι ψωνίζονται -δεν μπορώ να καταλήξω αν είναι το πρόσωπο τους ή το φύλο τους- ως έρμαια υπομένουν, υπό την πίεση των μηχανικών βραχιόνων που προσάπτονται πάνω τους και στην συνέχεια τους ανασηκώνουν, χτυπώντας τους με επαναλαμβανόμενη βία, εωσότου απολέσουν το βδελυρό, βρεγμένο πια περιεχόμενο τους. Αποστρέφω το βλέμμα μου. Σε λίγο ο θόρυβος απομακρύνεται στα σημεία που δεν μπορεί να με φτάσει για να μπορώ να ξέρω αυτό που συμβαίνει. Νιώθω ευγνώμων, δεν θα μπορούσα να ακούσω στιγμή παραπάνω αυτή την απαισιότητα του πιο άτσαλου πρόχειρου ρέκβιεμ που υπάρχει.
Οι αδέσποτοι τώρα ορμάνε για τα περισσεύματα, την πιο ευτελή μορφή των πτωμάτων, που δεν θα καταφέρει να βρει μια αξιοπρεπή ταφή αλλά μόνο την ικανοποίηση ενός βιολογικού κύκλου ανακύκλωσης. -«Θέλω να γλύψω το πρόσωπο σου σαν σκυλί», συμπλήρωσες.
Φέρνω την μορφή σου αλλοιωμένη στο μυαλό μου, πίσω από ένα τζάμι καπνίζεις. Η μάζα του ΚόCμοΥ γελάει δυνατά, χειρονομεί μεγαλεπήβολα, αφοδεύει ολόγυρα σου και συ δεν δείχνεις να δυσανασχετείς, δεν δίνεις καν σημασία. Το βλέμμα σου δεν είναι εδώ. Προσπαθώ να εντοπίσω αυτό που έχει τραβήξει την προσοχή σου. Χτυπάς την γλώσσα σου στον ουρανίσκο, μια πράσινη φαρδιά κορδέλα φαίνεται να κρέμεται από το στόμα σου και αμέσως υποχωρεί σαν να είναι η δεύτερη διχαλωτή σου γλώσσα. Υποψιάζομαι την προέλευση του Δώρου.
…~Fλάshνo2~…
«Ξέρω πως κάπου αλλού υπάρχει ένα καλύτερο μέρος./Εδώ με εγκλωβίσανε οι νύχτες και οι τεχνητές τους φλόγες/και όσα στερούμαι μες στην θολή τους ζάλη/ή τα βαφτίζω δικά μου ή τα καταδικάζω στο ψέμα/σε σένα να τα δώσω όλα δίχως φόβο/μήπως κάποια στιγμή εξαφανιστούν και δεν προλάβω./Ελπίζω όλα όσα επιθυμώ να είναι αληθινά κάπου εκεί./Γιατί εδώ για σένα/έχω σκοτώσει όλους τους ΚόCμοΥς./Μέσα μου ένα λεπίδι ακονισμένο/ξυρίζει κάτω απ’ την επιφάνεια/όποια σπιθαμή αφύλαχτης σάρκας δεν προσέξει αρκετά/ώστε να φανταστεί/πως ο πόνος είναι τόσο αληθινός ώστε να υπάρχει./Ο ουρανός φυτρώνει ολοπόρφυρες κορδέλες και γω πρέπει να σου εξηγώ/καθώς πλησιάζει όλο και πιο κοντά, όπως ίδιος παγωμένος εφιάλτης/να με ξυπνήσει, σαν άλλος εαυτός/το πιο αξιολύπητο μου δημιούργημα./Αυτό δεν συμβαίνει τώρα./Τώρα εγώ δεν είμαι εδώ./Είμαι κάπου αλλού καλυτέρα και πιο όμορφα./Αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα».
_______________________________«Μερικές φορές, εικόνες σαν και αυτήν σώζουν το μυαλό μου από την τρέλλα./Tα δάκρυα ανεβαίνουν στις άκρες των βλεφάρων μου τόσο ώστε να μην κυλήσουν./Εκτονώνοντας για λίγο, καθυστερώντας μάταια, τον αναπόφευκτο ερχομό τους./Τελευταία η περιοδικότητα των βροχοπτώσεων μοιάζει να αυξάνεται./Ο ουρανός προσπαθεί το ίδιο να γλιτώσει»._________________________________________________________________________
