ΙΙΙ. Ανεκπλήρωτο.

 


Το δωμάτιο αυτό πάσχει από ακατανίκητη υπνηλία. Το στρώμα στο κρεβάτι είναι στραβό και το κεντρικό του κοίλωμα υποδεικνύει αναιδέστατα την ανατομία που φωλιάζει μέσα του όλο αυτόν τον καιρό. Αναμφίβολα μια κατάσταση που δεν μπορεί να σταματήσει, αφού η περιοδικότητα του δηλητηρίου του ύπνου δεν έχει αντίδοτο, ούτε ξεθυμαίνει. Ακόμη και τώρα πασχίζει να διατηρήσει ανέπαφο το απροστάτευτο κορμί μου κατά την διάρκεια της νύχτας, επωάζοντας το στην ασφάλεια της εξαμβλωματικής κατασκευής του. Εγώ αντιστέκομαι.

-«Φαίνεται πως η προσοχή μου είναι στραμμένη αλλού, παρά την θέληση μου».

Την κατάλληλη στιγμή επιθυμώ κάποιον να τραβήξει έξω από εμένα οτιδήποτε μπορεί να εξέλθει. Ίσως θα χρειαζόμουν την παρουσία ενός εξειδικευμένου χειρούργου που θα μου εξασφάλιζε την πρακτική, κυριολεκτικά, αφαίρεση των εγκεφαλικών σκουπιδιών που συνωστίζονται μέσα μου. Όχι βεβαίως δίχως ανταλλάγματα. Δεν θα είχα κανένα απολύτως πρόβλημα να αποτελούσα το πειθήνιο όργανο του. Αρκεί εκείνος να έκανε σωστά την δουλειά του. Θα μπορούσα να είμαι ακόμα η σε είδος πληρωμένη τσούλα του. Έχω σε μεγάλο βαθμό κατανοήσει τον ρόλο μου ως σπερματοδοχείο και η αξιοπρέπεια μου δεν μειώνεται με την αποδοχή μου αυτή. Δεν μπορώ να απαλλαγώ από αυτήν μου την ιδιότητα. Όχι ότι δεν το θέλω, απλώς είναι κάτι που με δεσμεύει και πλέον δεν με περιορίζει, το έχω αποδεχθεί. Αποτελεί και αυτό μια έμφυτη ιδιότητα προς παντός τύπου εκμετάλλευση, κάτι που εξασφαλίζει το αγαθό της επιβίωσης μου. Αντιλαμβάνομαι την βία της αντίστοιχης πράξης στον εαυτό μου σαν παράπλευρη απώλεια. Έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να κρίνεις σωστά τα γεγονότα, αλλά ένα στάνταρ συμπέρασμα είναι πως η αυτό-εξημέρωση εξασφαλίζει στα σίγουρα την επιβίωση σου.

Όμως αυτή η στιγμή δεν έχει έρθει ακόμη, ούτε εγώ έχω πάει να την βρω. Υποψιάζομαι σχεδόν σαν να ξέρω στα σίγουρα, πως το νόημα δεν είναι εκεί.

Η εφαρμογή του αυτόματου συστήματος καθαρισμού πέρα από την ψυχαγωγική υπόσταση του πράγματος, έχει και την πρακτική του σημασία. Το δωμάτιο μου τώρα είναι καθαρό δίχως κλεμμένα τασάκια, με πάτωμα νωπό που κρατάει τα αποτυπώματα των γυμνών μου πελμάτων επάνω του με ευκολία. Επιστρέφω στο κρεβάτι και ανάβω τσιγάρο. Ταυτόχρονα με την πρώτη τζούρα το κουδούνι χτυπάει. Βήματα και μια γρήγορη ανάσα προλαβαίνουν να ακουστούν πίσω από την εξώπορτα.

Επιστρέφοντας δύσθυμα σε σταθερό βήμα στο πάτωμα, έχω την αίσθηση πως το δέρμα μου είναι τόσο μουλιασμένο που θα χαλαρώσει και θα γλιστρήσει από το οστό της φτέρνας, αρχικά ξεκολλώντας από εκεί ολόκληρη η επιφάνεια και στην συνέχεια όλα τα επιμέρους στρώματα του δέρματος, αποκαλύπτοντας σταδιακά το λευκό του οστού και την νευρική σκληρότητα του αχίλλειου τένοντα. Έπειτα θα ξεκολλήσει όλο το επόμενο κομμάτι ως τις άκρες των δάχτυλων, αφήνοντας το κάτω μέρος των φαλάγγων εκτεθειμένο. Θα ψυχραιμήσω.

Τραβώ άλλη μια ρουφηξιά και μέχρι να φτάσω το πόμολο ο καπνός που εκπνέω διαγράφει την θολή πορεία του βηματισμού μου, σταματάει άτσαλα μόλις ανοίγω την πόρτα και τότε προσπαθεί να διαφύγει προς τον εξωτερικό κοινόχρηστο διάδρομο.

Εκεί στο κατώφλι μου, κάτω από την λάμπα των πιο χαμηλών βολτ που μπορεί να υπάρξει -αυτή η τσιφουτιά του διαχειριστή είναι ανεκδιήγητη- στέκεται ένα κόκκινο κουτί τυλιγμένο με πράσινη φαρδιά κορδέλα.

-«Δώρο(!;)» αναφώνησα και αμέσως μετά «Γμτ!». Ούτε πρόλαβα να ρωτήσω «ποιος είναι;» ή «τι θέλετε;». Ίσως έτσι ο αγγελιοφόρος μου, κοντοστεκόταν για λίγο στην κορυφή της σκάλας, πριν την κατεβεί τρέχοντας, αφήνοντας πίσω του μια ελάχιστη εντύπωση, ένα ψίχουλο αύρας που ίσως με βοηθούσε να προσδιορίσω μερικά στοιχεία του. Το ποδοβολητό του ακούγεται καθαρά μέσα στα σπλάγχνα του κτηρίου και η ηχώ από το κλείσιμο της κεντρικής πόρτας της πολυκατοικίας φτάνει εύκολα στα αυτιά μου.

Έσκυψα επί τόπου και μόνο τότε με χτύπησε η γύμνια των μηρών μου, που αντανακλάει με τον ιδρώτα της την ξεχασμένη θαλπωρή αυτού του ελεεινού φωτισμού. Μάζεψα γρήγορα το κουτί μέσα, κλείνοντας την εξώπορτα, αφού πρώτα πέταξα την γόπα μου, καπνισμένη μέχρι το φίλτρο έτσι ώστε η αναγραφόμενη μάρκα να μην φαίνεται, στο χαλάκι της εξώπορτας του γείτονα, η οποία πάλλεται στον ρυθμό της κάφρικης μουσικής που ο ίδιος αναπαράγει σε μόνιμη βάση.

Τον γουστάρω λίγο αλλά είναι πολύ μοναχικός. Δεν ξέρω πως επιβιώνει. Συνήθως τα πρωινά κοιμάται και το μεσημέρι που ξυπνάει αρχίζουν αμέσως οι ηλεκτρικές. Πολύ αργά τις νύχτες τον ακούω που κατεβαίνει στο διανυκτερεύον περίπτερο στην γωνία για να αγοράσει τσιγάρα. Μου φαίνεται πως αφήνει αυτήν την συνήθεια να είναι η μόνη δικαιολογία του, για να φεύγει έστω και για λίγο από το διαμέρισμα του. Κατά την διαδρομή προς τα πάνω με το ασανσέρ, ξετυλίγει το πλαστικό περιτύλιγμα του πακέτου. Τον καταλαβαίνω με το σταμάτημα του συρματόσχοινου στον όροφο και το τσιγάρο που ανάβει μόλις ανοίξει η πόρτα ενώ με το άλλο χέρι ήδη ψάχνει τα κλειδιά του. Ο καπνός του εισέρχεται από τον κοινόχρηστο διάδρομο μέσω της σχισμής κάτω από την εξώπορτα μου, μέσα στο δωμάτιο. Σχεδόν κάθε φορά διακρίνω το βρογχικό του δέντρο να διαστέλλεται και να πλημμυρίζει από γαλακτερή ομίχλη καπνού με την πρώτη αυτή λαιμαργία και στην συνέχεια να αδειάζει με στυλ, ωθούμενος από την δύναμη μιας βίαιης εκπνοής, γεμάτης απολαυστική αυτοκαταστροφή. Τον έχω συναντήσει λίγες φορές και μου χαμογέλασε αμυδρά και κουρασμένα. Φαντάζει στυγνός και εγκληματίας σαν χειρούργος. Ευαίσθητος σαν νυστέρι γεμισμένο όπως ένα κρουασάν με γέμιση σοκολάτα. Τον γουστάρω λιγάκι. Συνήθως κάνω ένα τσιγάρο μαζί του αποσπώντας για λίγο την προσοχή από την μοναξιά μας. Επιστρέφω στο κρεβάτι και στο στραβό μου στρώμα.



Άνοιξε τα πόδια της με μια βεβιασμένη κίνηση και έμπηξε στο κέντρο της ένα ικανού μεγέθους ομοίωμα. Δεν την ένοιαζε ποιανού ήταν, ούτε ότι ήταν πλαστικό και δίχως υπόλοιπο κορμί προσαρτημένο επάνω του. Της άρεσε η αίσθηση της αφαίρεσης από την σάρκα, η ψευδαίσθηση της πλήρους παράδοσης του ελέγχου της μικρής της ύπαρξης. Εάν το πλαστικό πέος είχε φωνή, τούτη την στιγμή θα βογκούσε από ηδονή. Πόσο ήθελε να ακούσει αυτήν την κραυγή του τέρατος. Εκείνη ποτέ της δεν μπόρεσε να φωνάξει όσο και να το επιθυμούσε. Πάντα τελείωνε σχεδόν αθόρυβα -όταν και όποτε- με μια ανεπαίσθητη φωνή, όπως εκείνη που πνιχτά ανάβλυσε από στήθη μικρών φοβισμένων πουλιών μπροστά στον τελευταίο τους κίνδυνο την στιγμή που αναγκαστικά αποφάσισαν να μεταναστεύσουν. Ολοκλήρωνε με φόβο και με αδικαιολόγητη ένοχη, που ακόμη δεν μπορούσε να εντοπίσει το από που προερχόταν.

Καύλωνε τους άντρες με την φαινομενικά ανύπαρκτη αδυναμία της. Εκμεταλλευόμενη το σχεδόν καχεκτικό παρουσιαστικό και την ισχνή σωματοτυπική της διαμόρφωση, προσέφερε απλόχερα στο ερεθισμένο αρσενικό την αίσθηση του βιασμού επάνω της. Πλέον ήταν απαραίτητο να συμβαίνει αυτή η διαδικασία, γιατί μόνο έτσι μπορούσε και η ίδια να ικανοποιηθεί. Και όπως όλες τις άλλες φορές έτσι και τώρα, δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον τόπο προέλευσης της επιθυμίας αυτής, που όμως έμοιαζε να ήταν αρεστή -αρκετά συχνά πέραν του δεόντως- από τον συμπληρωματικό έμφυτο τρόπο αντίδρασης του εκάστοτε υποψήφιου εραστή της.

Το αξιοπρόσεχτο ήταν πως η ίδια δεν πληγωνόταν ποτέ. Κατάφερνε πάντοτε να επιστρέφει τον εαυτό της στο σημείο εκείνο, λίγο πριν τον ηθελημένο και απόλυτα προσχεδιασμένο βιασμό της.

«Μα εδώ εραστής μου είναι ο ίδιος μου ο εαυτός και το αποτέλεσμα ένας ανεκπλήρωτος οργασμός, ηλίθιο ζώο (!)» απογοητεύτηκα.

Αυτή είναι η τελευταία σκέψη που θυμάμαι λίγο πριν προσγειωθώ απότομα στην πλάτη μου.



…~Fλάshνo1~…

«Θέλω να γνωρίσω ανθρώπους/που έχουν ημερέψει από το χάδι/τόσο μέχρι που γυμνώθηκαν διάφανοι/που μπορούν ακόμη να λυπούνται τους εαυτούς τους/τόσο μέχρι που κατάντησαν αγνοημένοι/που αψηφούν ακόμη το κενό μέχρι τα άστρα να δακρύζουν/που διασπούν τα όρια τους απειρίζοντας τα σημάδια του χρόνου/που ισορροπούν στην χαοτική διάδοχη των συνειρμών και στην τυφλή προσταγή της πραγματικότητας/που τα χείλη τους έχουν γίνει κρίκοι να κρατήσουν τους ανθρώπους που αγάπησαν/κοντά./Θέλω να αγαπήσω τέτοιους ανθρώπους/σαν και αυτούς που γυρεύω/να σταθώ όμοια ανάμεσα τους».



Μετά το Fλάshνo1 επανέρχομαι σταδιακά -με την γνωστή ημικρανία φορεμένη ζεστά στο κρανίο μου- στην κοινώς αντιληπτή πραγματικότητα, έχοντας ακόμη το κόκκινο κουτί με την πράσινη φαρδιά κορδέλα ανάμεσα στους στεγνούς μηρούς μου.

Τον τελευταίο καιρό φαίνεται πως μου συμβαίνει αρκετά συχνά αυτό. Ξαφνικά και εντελώς απροειδοποίητα είναι λες και για λίγα λεπτά «κατεβάζω» εικόνες, ήχους και κείμενα, βιώνοντας άθελα μου κάτι παραπάνω από μια μίνι απώλεια συνείδησης. Έτοιμα μικρά έργα τέχνης που παρεισφρύουν ενεργητικά στην καθημερινότητα μου παρά την συνειδητή μου θέληση, λες και το κεφάλι μου είναι βυσματωμένο με ένα αόρατο καλώδιο. Προβάλλονται μέσα μου σε εντελώς άκυρες στιγμές, θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο την αρτιμέλεια μου, αφού συνήθως σωριάζομαι στον δρόμο, μέσα στα τρόλεϊ ή ακόμη και στην μέση της ασφάλτου, πυροδοτώντας συνήθως την συνέχιση της όλης κατάστασης με -τις περισσότερες φορές- τραγελαφικά γεγονότα. Τα βλέφαρα μου κλείνουν, τα μάτια αρχίζουν να κινούνται γρήγορα και να παίζουν με εμφανή ένταση από κάτω, ενώ εγώ δείχνω απολύτως ήρεμη σαν να κοιμάμαι και να βλέπω όνειρο. Κανείς δεν μπορεί να με ξυπνήσει από αυτήν την σύντομη φαινομενική νεκροφάνεια των μερικών δευτερολέπτων.

Το φαινόμενο αυτό δεν έχει ίχνη προειδοποίησης και ευτυχώς αυτήν την φορά με βρήκε στο κρεβάτι μου. Το ονόμασα «Διάλειψη» γιατί μοιάζει με ένα διάλειμμα που κάτι σου λείπει μόλις αυτό τελειώνει. Επανέρχομαι πάντοτε πίσω λίγο αλλαγμένη και σαφώς αποπροσανατολισμένη.

Μπορώ να υποψιαστώ το πως εξελίχτηκε αυτό μέσα μου, μέχρι να εκφραστεί και να αρχίσει να κάνει την ζωή μου πιο πολύπλοκη, αφού η πράξη του φευγιού, ως νοητή, απόλυτα συνειδητή διαδικασία, έχει προφανώς εντυπωθεί πολύ έντονα στον εγκέφαλο μου, εξαιτίας της συχνής περιοδικότητας εμφάνισης της. Πιθανώς αυτή η συνεχόμενη εμμονή μεταμορφώθηκε και έφτασε πιο βαθιά, καταφέρνοντας να αποκτήσει την δύναμη της δικής της βούλησης και θέλοντας να με απαλλάξει από το βάρος της δικής μου καθοδήγησης, αναλαμβάνει εκείνη τα ηνία της πραγματικότητας μου όποτε αυτή το επιθυμεί ή το κρίνει απαραίτητο, σώζοντας με από μια νευρική κρίση ή από ένα εκτεταμένο μανιοκαταθλιπτικό επεισόδιο.

Ας είναι. Τις φορές που δεν ξυπνάς σε μέρη άγνωστα και νιώθεις σχετικά υγιής, μπορείς να πεις πως τότε κιόλας το διασκεδάζεις πραγματικά.

Θυμάμαι ξανά το κόκκινο κουτί που παραμένει σφιχτά κρατημένο ανάμεσα στους μηρούς μου, το αφήνω να γλιστρήσει και προσπαθώ να ανασηκωθώ. Αυτήν την φορά η πτώση μου δεν είναι τόσο άτσαλη. Ανασηκώνομαι επιτέλους και το κλοτσάω οργισμένη. Το Δώρο γλιστράει στο βρεγμένο πάτωμα, με το γυαλιστερό περιτύλιγμα και την κορδέλα του να ανεμίζει χαριτωμένα για λίγο, μέχρι να πέσει στον μεταλλικό σωλήνα, μέσα στο λούκι, που μοιάζει να μεγάλωσε την διάμετρο του επίτηδες για το σκοπό αυτό. Η πράσινη άκρη της φαρδιάς κορδέλας είναι το τελευταίο καρέ που η περιφερική μου όραση καταφέρνει να πιάσει.

-«Δώρο και μαλακίες!» η πόρτα του λουτρού κλείνει με δύναμη πίσω μου.

Related Posts

{{posts[0].title}}

{{posts[0].date}} {{posts[0].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[1].title}}

{{posts[1].date}} {{posts[1].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[2].title}}

{{posts[2].date}} {{posts[2].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[3].title}}

{{posts[3].date}} {{posts[3].commentsNum}} {{messages_comments}}