VIII. Ανίχνευσε.

Η κάθελξη του ανυψωμένου βραχίονα πρόσθεσε απότομα βάρος στα πλευρά μου. Απευθείας ο ίδιος μυς χάνοντας την εκούσια προηγούμενη του κίνηση εφάρμοσε την ιδιότητα του ως εισπνευστικός και οδήγησε στην άμεση ανύψωση των πλευρών. Φρέσκο κύμα αέρα εισέρχεται μέσα μου φιλτραρισμένο από φώτα και λοιπές νοθείες, εισερχόμενο από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Ακόμη γυμνή κάτω από το λευκό σεντόνι αρχίζω να κρυώνω. Νιώθω σαν να έχω εκπληρώσει ένα Όνειρο μου, που κάποτε έκανα για λίγο και μετά το ξέχασα.
Κλείνω τα στόρια και επανέρχομαι στα γνωστά στάσιμα ερεθίσματα του δωματίου. Η νέα μου αίσθηση πασχίζει να εντοπίσει λόγους που να δικαιολογούν την ύπαρξη της, αποτυγχάνει. Οι κεραίες μου ατροφούν και μαραίνονται, υποχωρούν σαν ξεχωριστοί μονοκύτταροι οργανισμοί που επέζησαν εφήμερα λόγω συγκυριών και τελειώνουν ανεπαίσθητα, εξαιτίας της διατάραξης της λεπτής ισορροπίας που τους διατηρούσε μέχρι τώρα στην ζωή. Πέφτουν στο πάτωμα σαν στάχτες και πλέον αποτελούν μονάχα μια νέα δικαιολογία για την εφαρμογή του απαρχαιωμένου αυτόματου συστήματος καθαρισμού.
-«Νομίζω πως κάπως έτσι συμπυκνώνονται τελικά σ’ ένα κατανοητό συμπέρασμα όλες οι δράσεις των μη μετρήσιμων μεγεθών».
Κάθομαι σε θέση άμυνας στο σκαμπό τοποθετώντας την αριστερή μου παλάμη πρώτα πάνω στο φύλο μου και αμέσως μετά στο πακέτο με τα τσιγάρα, έτσι προσπαθώ να προασπίσω ό,τι περισσεύει από εσένα μέσα μου. Στην στεγνή μου επιδερμίδα το ύφασμα γλιστράει και το μοναδικό σημείο επαφής που προλαβαίνω είναι αυτό, λες και όλη μου η ντροπή εξασφαλίζεται αναπόφευκτα εκεί. Με αποφασιστικότητα αποκαλύπτομαι ξανά χτυπημένη από ένα νέο κύμα ωραιοπάθειας -ή κρυφής ματαιοδοξίας- αφήνοντας το σεντόνι-λευκή επιδερμίδα του εντόμου που ήμουν, να πέσει πάνω στις στάχτες και να λερωθεί.
Ποτέ μου δεν θεώρησα το σημείο αυτό πραγματικά δικό μου, αυτά τα λίγα τετραγωνικά εκατοστά πάνω μου, μια επιφάνεια νευρικών σχηματισμών και πολύπλοκων σωματίων-έδρες γενικών αισθήσεων. Φρέσκια ξυρισμένη επιδερμίδα δίχως υπολογισμούς. Παρατηρώ όπως ένα τρίχρονο θα παρατηρούσε αυτό το σημείο πάνω στο κορμί του. Τείνω να αγγίξω.
Ξανά μια πράσινη -στον ίδιο τόνο- τρίχινη ίνα μου τραβάει την προσοχή. Προσπαθώ να πιάσω τον κυματισμό της με την λεπτότητα της κίνησης που κάποιος προσπαθεί να περάσει μια κλωστή από το τρύπιο κεφάλι μιας βελόνας. Αδυνατώ να το καταφέρω και πρέπει να δοκιμάσω αρκετές φορές. Η νύχτα πίσω από τα στόρια τρέμει με κόμπους στον λαιμό και η βροχή ελαττώνει το ειρωνικό της ύφος, αφήνοντας στον ήχο του ξηλώματος την ευκαιρία να κάνει αισθητή την παρουσία του, ακριβώς την στιγμή που τραβώ την ίνα προς τα έξω. Οι πόροι μου συστέλλονται και μια ώση παγωμένου ρεύματος με χτυπάει στον αυχένα και διατρέχει ταχύτατα κατά μήκος την σπονδυλική μου στήλη. Ο αντίχειρας μου διστάζει και με κίνδυνο να χάσει την λαβή του αρχίζει να τρέμει. Δεν την χάνει. Συνεχίζω να τραβώ και κάτι συνεχίζει να ξηλώνεται μέσα μου. Η προσοχή μου επικεντρώνεται με σταδιακά ζουμ μεγέθυνσης, δεν θέλω να εκλογικεύσω τίποτα τώρα, συνεχίζω μέχρι να φτάσω στο σημείο της αντοχής μου. Μετά από αυτό θα σπάσω. Μετά από αυτό φοβάμαι πολύ πως θα σπάσω. Συνεχίζω να τραβώ την άκρη της ίνας.
Μπροστά μου διαβάζω τα αφηρημένα κοκκινωπά γκράφιτι στις τουαλέτες και τα χείλη που σέρνονται σπασμένα δίπλα στους νιπτήρες. Δεν μπορώ να κατανοήσω αυτά που εννοούν. Κάποιος πίσω μου λέει σε ένα άτομο που δεν μπορώ να διακρίνω καθαρά -«Αυτές είναι οι διακοπές σου».
Με το κουδούνισμα ενός λουσμένου στο αίμα τηλεφώνου, τα ζευγάρια των χειλιών αρπάζουν φωτιά έχοντας σαν φυτίλια παρόμοιες ξανά στο ίδιο χρώμα πράσινες ίνες. Μπορώ να δω την πράσινη ξεφτισμένη άκρη καθενός να ανάβει ολοένα και περισσότερο, περασμένη στην σάρκα του καύσιμου τους, που το καταναλώνουν αφειδώς οι φλόγες. Όλα τα ζευγάρια είναι ενωμένα-περασμένα στην ίδια ίνα που μεταφέρει την φλόγα από το ένα στο άλλο, που αφού έχει υγρανθεί αρκετά πλέον, μπορεί με τους λιωμένους ιστούς που κυλούν και στάζουν από αυτή, να μεταδίδει την φωτιά πιο γρήγορα.
Η ίδια φωνή ξανά -«Αυτές είναι οι διακοπές σου». Το τηλέφωνο χτυπάει όλο και πιο δυνατά. Προσπαθώ να περάσω ανάμεσα, ακολουθώντας τον ήχο του που γίνεται πιο εκκωφαντικός σε κάθε παλμό, συγχρονισμένος με την ένταση της ατελούς καύσης που γεμίζει το δωμάτιο ασφυχτικά με μονοξείδιο του άνθρακα. Θέλω να απαντήσω σε αυτό το τηλεφώνημα μα κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να με αφήσει. Το κουδούνισμα γίνεται πιο νευρικό.
-«Μην προσπαθείς να κλέψεις την φωτιά από εμάς», όλα τα χείλη που ανοιγόκλειναν βουβά τόση ώρα επιτέλους ακούγονται.
Ξαφνικά όλα σταματάνε. Τρέχω και σηκώνω το ακουστικό μα η γραμμή είναι νεκρή. Το πετάω με δύναμη στον τοίχο και αυτό θρυμματίζεται στα εκατοντάδες πλαστικά κομματάκια από τα οποία έχει φτιαχτεί. Από το τρεμάμενο κέντρο των μηρών μου γλιστράει το Δώρο με την φαρδιά πράσινη κορδέλα του και πέφτει με υγρό πάταγο μπροστά στα δάχτυλα των ποδιών μου. Σκύβω γρήγορα και αρχίζω να ξετυλίγω την παχύρρευστα βρεγμένη κορδέλα με μανία. Σκίζω το κόκκινο περιτύλιγμα με επιταχυνόμενες αντανακλαστικές κινήσεις όλο και πιο γρήγορα.
Μια στιγμή πριν σηκώσω το καπάκι του χάρτινου κουτιού, σταματάω για να προφτάσω την λογική μου, μα είναι ήδη πολύ αργά για δισταγμούς σαν και αυτόν. Ανοίγω. Μέσα του ένα σκουριασμένο κλειδί. Μονάχα ένα σκουριασμένο κλειδί. Γελάω κλαίγοντας με λυγμούς. 


_______________________________________________________“{·Aииa-тŏлнн·}”_____________


Related Posts

{{posts[0].title}}

{{posts[0].date}} {{posts[0].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[1].title}}

{{posts[1].date}} {{posts[1].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[2].title}}

{{posts[2].date}} {{posts[2].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[3].title}}

{{posts[3].date}} {{posts[3].commentsNum}} {{messages_comments}}